Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν κατεβήκαμε με το μετρό στην Ακρόπολη.
Οπλισμένες με τις φωτογραφικές μας μηχανές ανηφορίσαμε για
λίγο τον φαρδύ πλακόστρωτο δρόμο για να στρίψουμε λίγο πιο πάνω δεξιά
τον ανήφορο.
Σηκώνοντας το κεφάλι ψηλά ο βράχος της Ακρόπολης ορθωνόταν
επιβλητικός και σου προκαλούσε δέος.
Στο τέλος της ανηφόρας αντικρίσαμε το πρώτο σπίτι με την
μικρή ταμπέλα στον τοίχο του.. «Αναφιώτικα»..
Με τα πρώτα βήματα ήταν σαν να μας ρούφηξε μέσα της μια
μηχανή που μας πήγε πίσω στο χρόνο, στην
δεκαετία του ’50 και του ‘60.
Η παλιά Αθήνα που βλέπαμε στις ασπρόμαυρες ταινίες αναβίωνε
μπροστά στα μάτια μας.
Τα σπίτια μικρά και χαμηλά,
με μικρές ασβεστωμένες αυλές γεμάτες λογιών λογιών λουλούδια φυτεμένα σε
τενεκέδες.
Τα δρομάκια στενά, ίσα να χωρά ένας άνθρωπος, ασβεστωμένα κι εκείνα ακολουθούν μια φιδίσια διαδρομή δίχως να βλέπεις που
οδηγούν.
Μια σταλιά γης που θαρρείς πως κλείνει μέσα της ολόκληρες
τις Κυκλάδες.
Εκτυφλωτικό άσπρο και αιγαιοπελαγίτικο μπλε..
Έτσι που σε κάθε στροφή να νομίζεις πως θ’ αντικρίσεις την
θάλασσα..
Οι λιγοστοί κάτοικοι μας καλησπερίζουν φιλικά..
Η εγκατάλειψη όμως είναι παντού τριγύρω..
Πιο κάτω οι καλλιτέχνες του γκράφιτι έχουν δημιουργήσει πάνω στους τοίχους
εγκαταλειμμένων σπιτιών,
άλλοτε με μια δόση ρομαντισμού
άλλοτε με μια δόση ρομαντισμού
κι άλλοτε με
χιούμορ..
Ένα δρόμο πιο κάτω ξεκινά η Πλάκα..
Εδώ η ατμόσφαιρα και
τα σπίτια αλλάζουν.. γίνονται πιο ..
αρχοντικά..
Η δική μου καρδιά όμως έμεινε πίσω, σ’ εκείνα τα χαμηλά
ασβεστωμένα σπιτάκια που με ταξίδεψαν
δεκαετίες πίσω..
Σε μια άλλη γειτονιά..
Εκεί που γεννήθηκα κι
απ’ όπου έφυγα πεντάχρονο κοριτσάκι..
Εκεί που έκανα τα πρώτα μου βήματα..
Εκεί που έπαιξα τα πρώτα μου παιχνίδια σε δρομάκια στενά
όπως αυτά των Αναφιώτικων..
Εκεί που έκανα τους πρώτους μου φίλους..
Εκεί που μύρισα για πρώτη φορά γαζία και γιασεμί φυτεμένα σε
τενεκέδες..
Εκεί που φεύγοντας άφησα την καρδιά μου ..
Εκεί που πάντα θα
αγαπώ και πάντα θα νιώθω πως ανήκω ..
Στην παλιά Καισαριανή
με τα προσφυγικά..
