Η τελευταία μέρα στην Κωνσταντινούπολη ήταν χαλαρή.
Έτσι κι αλλιώς τα πιο σημαντικά τα είχαμε δει, οπότε
ξεκινήσαμε μετά το πρωινό για να δούμε την Βασιλική Δεξαμενή που την είχαμε
αφήσει για το τέλος.
Για να είμαι ειλικρινής επειδή είχα κουραστεί αφάνταστα
πήγαινα με μισή καρδιά.
Κι όταν είδα την ατέλειωτη ουρά στην είσοδο, έτοιμη ήμουν να
στραφώ και να φύγω.
Όταν όμως κατεβήκαμε τα 52 σκαλοπάτια άνοιξα το στόμα σα
χάνος και σκέφτηκα τί θα έχανα αν τελικά
δεν ερχόμασταν!
Μια μεγάλη και
υπέροχη κατασκευή που χρονολογείται απ’ το 542 και δημιουργήθηκε επί
Ιουστινιανού.
336 στύλοι με 9 μέτρα ύψος ο καθένας!
Η δεξαμενή κάλυπτε μια έκταση 9800 τετραγωνικών και είχε
χωρητικότητα 100.000 τόνους νερού.
Κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας παρείχε νερό
στα παλάτια και στα γύρω κτίρια, ενώ μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης
το 1453 και οι κήποι του Τοπκαπί-παλάτι αρδεύονταν με το νερό της δεξαμενής.
Άξια θαυμασμού τα κιονόκρανα που έχουν στην βάση τους το
κεφάλι της μέδουσας σε ανάποδη και σε πλάγια θέση..
Όσο περιφέρεσαι στον χώρο ακούς κλασσική μουσική και μας
είπαν πως στη Δεξαμενή λόγω της ακουστικής που υπάρχει γίνονται συχνά
κονσέρτα..
Ανεβήκαμε ξανά στο φως της μέρας και βγήκαμε στην πλατεία μπροστά απ’ την Αγιά
Σοφιά.
Μας είχε πιάσει μια μελαγχολία στη σκέψη πως ήταν η
τελευταία μας μέρα.
Περπατήσαμε στα γνωστά πια μέρη κι ήταν σα να τα αποχαιρετούμε.
Τον … μπατζανάκ (έτσι μας έλεγαν όταν καταλάβαιναν πως
είμαστε έλληνες) που πέρασε δίπλα μας..
Τον «σουλτάνο» που φωτογραφιζόταν
έναντι αντιτίμου βεβαίως βεβαίως, με τουρίστες γι’ αυτό και προσπάθησε να με
σταματήσει όταν σήκωσα την μηχανή (δίχως να πληρώσω) για να τραβήξω την
φωτογραφία.
Επειδή όμως είμαι πολύ πεισματάρα τον προσπέρασα τάχαμου
αδιάφορα, στράφηκα στα γρήγορα και .. κλικ!
Εξ ου και η κουνημένη φωτογραφία..
Επόμενη επίσκεψη στο Πανεπιστήμιο
Ή μάλλον στους κήπους του Πανεπιστημίου
Στο δρόμο χάζεψα για τελευταία φορά την μαεστρία αυτών των
γυναικών που άνοιγαν φύλλο στην «βιτρίνα» των εστιατορίων
Βολτάραμε στην γέφυρα στο Εμινονού, με τους μόνιμους ψαράδες
καθημερινά
Έκλεισα στην ψυχή και στην μνήμη μου την εικόνα του Βόσπορου
κι αυτήν όπου
ανακατεύεται η ανατολή με την δύση..
Σήκωσα με τρόμο ψυχής (το ομολογώ) την φωτογραφική μηχανή
για να απαθανατίσω τούτο το αγριόπραμα που ερχόταν καταπάνω μου..
κι είπα μέσα
μου «αν δεν μου την σπάσει στο κεφάλι καλά θα είναι».. και δεν μου την έσπασε
βέβαια αλλά μέχρι να με προσπεράσει κατουρήθηκα απ’ τον φόβο μου!
Και μετά καθήσαμε κάτω απ’ την γέφυρα σ’ ένα από τα πολλά
μαγαζιά που είναι στη σειρά, για καφεδάκι υποτίθεται, αλλά είπα να δοκιμάσω κι
ένα σάντουιτς με ψάρι που είναι η τοπική «σπεσιαλιτέ»..
Και το βράδυ γυρίσαμε νωρίς στο ξενοδοχείο για να
ετοιμαστούμε..
Θυμάμαι πως καθόμουν μπροστά στην ανοιχτή βαλίτσα κι έλεγα
με παράπονο «δεν θέλω να φύγω, άσε με εδώ λίγο ακόμα.. »
Το επόμενο πρωί ξύπνησα πριν από τον Χρήστο και το πρώτο που
έκανα ήταν να βγω στο μπαλκόνι για να φυλακίσω μέσα σε λιγοστά κλικ το ξημέρωμα
της τελευταίας μέρας πριν την αναχώρηση..
Αποχαιρετίσαμε συγκινημένοι το προσωπικό του ξενοδοχείου που
με ευγένεια και προθυμία μας εξυπηρέτησαν όλες τις μέρες της παραμονής μας
εκεί.
Ένα τελευταίο κλικ και στο ξενοδοχείο μας φεύγοντας
Και βγήκαμε στους έρημους δρόμους καθώς ήταν Σάββατο και
πολύ πρωί ακόμα, για να πάρουμε το τραμ,
Και μετά το μετρό προς το αεροδρόμιο..
Σε αντίθεση με την πρώτη μέρα, τώρα η Πόλη μας αποχαιρετούσε
ηλιόλουστη.
Μια Πόλη που την λάτρεψα.
Μια Πόλη που την ένιωσα πατρίδα μου κι ας μιλούσαν άλλη
γλώσσα.
Μια Πόλη που έκλεισα στην καρδιά μου γιατί πέρασα πολύ
όμορφα..
Και βέβαια το πρώτο που φωτογράφισα μόλις έφτασα σπίτι ήταν
το ίδιο με το πρώτο που φωτογράφισα
φεύγοντας.. οι γλαδιόλες μου!
Θυμόσαστε πώς ήταν εδώ;
Μη μου πείτε.. μέσα
σε πέντε μόνο μέρες έγιναν διπλές, έτσι δεν είναι;
Γλυκόπικρο comeback
λοιπόν στο σπίτι και την καθημερινότητά μας, εμπλουτισμένο πια με όμορφες εικόνες και αναμνήσεις!
Καλώς σας βρήκαμε!